Γιατί τα αμύγδαλα είναι ωφέλιμα και για το έντερο

Ένας σημαντικός παράγοντας για την υγεία του εντέρου φαίνεται ότι είναι το βουτυρικό οξύ, ένα λιπαρό οξύ που δημιουργείται όταν τα καλά βακτήρια στο έντερο διαλύουν τις φυτικές ίνες.

Το βουτυρικό οξύ ωφελεί την υγεία του εντέρου, καθώς αποτελεί την κύρια πηγή καυσίμου για τα κύτταρα του παχέος εντέρου, ενώ στέλνει σήμα στο έντερο για την έναρξη της διαδικασίας απορρόφησης των θρεπτικών συστατικών.

Επιπλέον, επειδή εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος, εμπλέκεται στην υγεία και άλλων οργάνων, όπως είναι το συκώτι, ο εγκέφαλος και οι πνεύμονες.

Νέα μελέτη διερευνά την αξία των αμυγδάλων ως μέσου υποστήριξης της παροχής βουτυρικού οξέος στα βακτήρια του εντέρου.

Η μελέτη δείχνει ότι η κατανάλωση μιας χούφτας αμυγδάλων καθημερινά, ενισχύει την παραγωγή βουτυρικού οξέος.

Η σημασία του βουτυρικού οξέος

Η έρευνα τεκμηριώνει τα οφέλη από την κατανάλωση περίπου 56 γραμμαρίων ή περίπου 46 αμυγδάλων την ημέρα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, το βουτυρικό υποστηρίζει τον φραγμό του εντέρου, ο οποίος εμποδίζει τα βακτήρια και άλλα μικρόβια να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της φλεγμονής, στη διαχείριση καταστάσεων όπως είναι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και στη μείωση συμπτωμάτων γαστρεντερικής δυσφορίας, όπως είναι το φούσκωμα.

Το βουτυρικό οξύ παράγεται μέσω της ζύμωσης των φυτικών ινών στο κόλον. Ως εκ τούτου, η αύξηση της κατανάλωσης φυτικών ινών, όπως αυτές που περιέχουν τα αμύγδαλα, αυξάνει τα επίπεδα βουτυρικού, κάτι που έχει θετική επίδραση στην υγεία του εντέρου μας.

Τα αμύγδαλα είναι πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, όπως είναι οι φυτικές ίνες, τα καλά ακόρεστα λιπαρά και η βιταμίνη Ε, ενώ μπορούν να ενσωματωθούν στη διατροφή με διάφορους τρόπους.

Μελέτες έχουν κατατάξει τα αμύγδαλα στις τρεις κορυφαίες τροφές ως προς την θρεπτική τους αξία και τα οφέλη τους για την υγεία.

Στη νέα μελέτη συμμετείχαν 87 υγιείς ενήλικες γυναίκες και άνδρες, ηλικίας από 18 έως 45 ετών, οι οποίοι ανέφεραν ότι έτρωγαν σνακ τακτικά, τουλάχιστον δύο την ημέρα, και ότι δεν έκαναν δίαιτα με μέτρια ή υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά (πάνω από τα συνιστώμενα 22 γραμμάρια λίπους την ημέρα).

Οι ερευνητές χώρισαν τους συμμετέχοντες σε τρεις ομάδες: Η μία έτρωγε δύο μερίδες 28 γραμμαρίων ολόκληρων αμυγδάλων την ημέρα, η δεύτερη δύο μερίδες 28 γραμμαρίων αλεσμένων αμυγδάλων καθημερινά, ενώ η τρίτη έτρωγε μάφινς που παρείχαν στο σώμα ισοδύναμη ποσότητα ενέργειας με τα αμύγδαλα. Η δοκιμαστική περίοδος διήρκεσε τέσσερις εβδομάδες.

Στο τέλος της περιόδου οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι έτρωγαν είτε ολόκληρα είτε αλεσμένα αμύγδαλα είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα βουτυρικού οξέος στα κόπρανα συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου, 24,1 μικρογραμμομόρια (µmol) ανά γραμμάριο έναντι 18,2 μικρογραμμομορίων ανά γραμμάριο.

Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων ως προς τα συμπτώματα του εντέρου, τον χρόνο διέλευσης από το έντερο (σ.σ. ο χρόνος που απαιτείται για την είσοδο και την έξοδο της τροφής από το πεπτικό σύστημα) ή τη συνοχή των κοπράνων.

Επιπλέον, και οι τρεις ομάδες είχαν παρόμοια αφθονία μπιφιδοβακτηρίων κοπράνων, χωρίς εμφανείς διαφορές στην ποικιλομορφία της μικροχλωρίδας του εντέρου.

Ολόκληρα αμύγδαλα vs. αλεσμένων αμυγδάλων

Η μελέτη παρακολούθησε τη διαφορά μεταξύ της κατανάλωσης ολόκληρων ή αλεσμένων αμυγδάλων όσον αφορά την παραγωγή βουτυρικού.

Τα άτομα που έτρωγαν ολόκληρα αμύγδαλα είχαν 1,5 περισσότερες κενώσεις κάθε εβδομάδα από εκείνους που έτρωγαν αλεσμένα αμύγδαλα.

Όταν καταναλώνουμε ολόκληρα αμύγδαλα, μεγάλο μέρος του λίπους ξεφεύγει από την πέψη και φτάνει στο παχύ έντερο. Συγκριτικά, το περισσότερο λίπος από τα αλεσμένα αμύγδαλα αφομοιώνεται στον ανώτερο (γαστρεντερικό) σωλήνα.

Το αυξημένο λίπος στο παχύ έντερο όσων τρώνε ολόκληρα αμύγδαλα, διευκολύνει τις κενώσεις.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιθεώρηση American Journal of Clinical Nutrition.

Πηγή: onmed.gr